Τετάρτη 25 Απριλίου 2007

Συγκλονιστική Καταγγελία Εναντίον του Ιατρικού Κατεστημένου στο Ιστολόγιο της ΑΜΑΛΙΑΣ ΚΑΛΥΒΙΝΟΥ

Χωρίς πολλά λόγια, μια απίστευτη περιπέτεια μιας νέας γυναίκας, που πρέπει να διαβάσουν όλοι και ιδιαίτερα οι ΓΙΑΤΡΟΙ.
Ένα συγκλονιστικό ιστολόγιο, στο οποίο βλέπουμε πως:

"Οι γιατροί είναι ανεύθυνοι, ανίκανοι και άρπαγες στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Η μόνη τους έννοια είναι η "κονόμα". Οι φαρμακευτικές κάνουν κουμάντο, η δικαιοσύνη τους αφήνει ατιμώρητους και ανθρώπινες ευτυχίες εξακολουθούν να χάνονται ΑΔΙΚΑ"

Το αρχείο των άρθρων-ανακοινώσεων της Αμαλίας, συγγραφέως του ιστολογίου, ξεκινά από τις 19 Ιουλίου του 2005, με τελευταίο άρθρο-ανακοίνωση - μέχρι σήμερα - στις 7 Απριλίου 2007.

Για μετάβαση στο ιστολόγιο της Αμαλίας, πατήστε στην εικόνα παρακάτω:



Μπορεί να μην έχουμε να προσφέρουμε πολλά στην Αμαλία, εκτός ίσως από το να την ευχαριστήσουμε για το έργο που προσφέρει, γράφοντας αυτά που γράφει στο ιστολόγιό της, αλλά ας ενισχύσουμε την προσπάθειά της, που σκοπό έχει τελικά να προστατέψει όλους εμάς και ίσως να αφυπνίσει ή και να μεταστρέψει κάποιους γιατρούς από απαράδεκτες και απάνθρωπες πρακτικές, όπως διαφαίνεται και στο άρθρο της ΕΠΙΣΤΗΜΗ Η' ΧΑΡΡΥ ΠΟΤΤΕΡ ? της 25ης Ιουλίου 2005.

Σάββατο 21 Απριλίου 2007

ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΑΝΕΚΔΟΤΑ: Ιουστινιανός, Χριστιανοί, Έλληνες, Διαφθορά και Μεθοδευμένη Καταστροφή των Πολιτών του Ρωμαϊκού Κράτους

Διδακτικός, ενημερωτικός, αποκαλυπτικός και συναρπαστικός ο Προκόπιος στο βιβλίο του Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία.

Αποσπάσματα του εν λόγω βιβλίου, τα οποία αναφέρονται στη σχέση του Ιουστινιανού με τον Χριστιανισμό, τις επιπτώσεις της διακυβέρνησης και των ενεργειών του στους Έλληνες, την φαυλότητα του καθεστώτος και του ίδιου του Ιουστινιανού και τον διαφαινόμενο στόχο του να καταστρέψει τους ανθρώπους που κυβερνούσε, παραθέτω παρακάτω χωρίς σχόλια.

Ο αναγνώστης που δεν έχει εμπειρία ανάγνωσης ιστορικών πηγών, και μόνο έχει γνώση των τετριμμένων βαρετών, χρονογραφικών και ανούσιων βιβλίων "ιστορίας", τα οποία συνηθίσαμε από το σχολείο να ταυτίζουμε με το αντικείμενο της ιστορίας, θα διαπιστώσει διαβάζοντας τον Προκόπιο οτι καμιά σχέση δεν έχει αυτό που νόμιζε πως είναι η ιστορία με τις ιστορικές πηγές από τις οποίες έχει γραφεί.

Το βιβλίο είναι στο σύνολό του συναρπαστικό και τραβάει το ενδιαφέρον, όχι μόνο για τις "πιπεράτες" λεπτομέρειες της ζωής των δυο, αμφιβόλου ηθικής, γυναικών (Αντωνία και Θεοδώρα), αλλά σε μεγάλο βαθμό για τους συνειρμούς που εγείρει εξ αιτίας της ομοιότητας των τότε συμβαινόντων με πολλά σημερινά τεκταινόμενα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Αν λοιπόν ο αναγνώστης των παρακάτω παραγράφων βρεί σημαντικές ομοιότητες με σημερινές καταστάσεις, αισθάνομαι την ανάγκη να δηλώσω, εκ μέρους του ... Προκοπίου, οτι είναι εντελώς συμπτωματικές.

ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΑΝΕΚΔΟΤΑ (αποσπάσματα)

Όσο για τα χρήματα των άλλων, ήταν προθυμότατος να τα οικειοποιείται ήσυχα και ωραία. Έβαζε χέρι στις ξένες περιουσίες απαξιώνοντας να προβάλει οποιαδήποτε δικαιολογία ως παραπέτασμα για να κρύψει το άδικο. Όταν όμως τα χρήματα γίνονταν δικά του, ήταν πανέτοιμος να δείξει , με την αστόχαστη γενναιοδωρία του, την περιφρόνησή του σ' αυτά και να τα σκορπίζει στους βαρβάρους εντελώς άσκοπα. Μ' ένα λόγο, ούτε ο ίδιος είχε χρήματα ούτε άφηνε κανέναν άλλο στον κόσμο να έχει, λες και δεν τον νικούσε η φιλαργυρία, αλλά τον κυριαρχούσε ο φθόνος προς εκείνους που τα είχαν. Εξορίζοντας λοιπόν τον πλούτο από τη χώρα των Ρωμαίων, έγινε πρόξενος φτώχειας για όλους.

Πάντως, ως τη στιγμή που έγινε η στάση η αποκαλούμενη του Νίκα, θεωρούσαν καλό να μαζεύουν τις περιουσίες των πλουσίων μια - μια. Όταν όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, συνέβη να γίνει η στάση αυτή, τότε πια, αφού δήμευσαν όλες μαζί της περιουσίες όλων σχεδόν των συγκλητικών, διαχειρίστηκαν όπως ήθελαν όλα τα κινητά και τις πιο εύφορες εκτάσεις γης. Ύστερα διάλεξαν όσα χωράφια όφειλαν να πληρώνουν βαρύ και δυσβάσταχτο φόρο και τα απέδωσαν στους προηγούμενους κατόχους τους με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας. Συνεπώς οι άνθρωποι αυτοί, καθώς από το ένα μέρος οι φοροεισπράκτορες τους έβαζαν τη θηλιά στο λαιμό κι από το άλλο τους αφάνιζαν τα χρέη, που οι τόκοι τους έτρεχαν, σαν να λέμε, ολοένα, έζησαν χωρίς να θέλουν τη ζωή τους που έμοιαζε με αργό θάνατο.

Φαινόταν επίσης οτι είχε σταθερή πίστη στον Χριστό, αλλά κι αυτό για τον αφανισμό των υπηκόων του. Γιατί επέτρεπε στους ιερείς να παραβιάζουν πιό άφοβα τα δικαιώματα των άλλων και τους συνέχαιρε όταν καταλήστευαν τους ανθρώπους της περιοχής τους, πιστεύοντας οτι έτσι δείχνει ευσέβεια προς τα θεία. Όταν μάλιστα δίκαζε τέτοιου είδους δίκες, θεωρούσε οτι έκανε και έργο ευσέβειας, αν τα κατάφερνε να κερδίσει τη δίκη και να φύγει ανενόχλητος κάποιος που είχε αρπάξει, στ' όνομα της πίστης, κάτι που δεν του ανήκε. Πίστευε πως η δικαιοσύνη συνίσταται στο να υπερισχύουν οι ιερείς από τους αντιδίκους τους. Αυτός ο ίδιος καμάρωνε μεταχειριζόμενος το παραπέτασμα της θρησκείας όταν οικειοποιούνταν με άνομα μέσα τις περιουσίες ζωντανών και νεκρών και τις αφιέρωνε αμέσως σε κάποιον ναό για να μην επανέλθουν ποτέ πια οι τίτλοι ιδιοκτησίας σε κείνους που είχαν υποστεί το άδικο. Επιπλέον για να πετύχει τους σκοπούς αυτούς, οδηγούσε στον θάνατο αναρίθμητους ανθρώπους. Επιδιώκοντας δηλαδή να συνενώσει τους πάντες σε μια δοξασία σχετικά με τον Χριστό θανάτωνε όλο τον άλλο κόσμο και μάλιστα προβάλλοντας για τα έργα του αυτά το πρόσχημα της ευσέβειας. Νόμιζε δηλαδή οτι δεν ήταν φόνος να σκοτώνει ανθρώπους που κατά τύχη δεν είχαν την ίδια πίστη μ' αυτόν.

Κατά κανόνα έμενε άγρυπνος και δεν έτρωγε ούτε έπινε ποτέ κατά κόρον, αλλά σηκωνόταν κι έφευγε έχοντας μόλις αγγίξει το γεύμα του. Κάτι τέτοια πράγματα τα θεωρούσε πάρεργο που του το είχε επιβάλει ως αγγαρεία η φύση. Συχνά μάλιστα έμενε και δυο μερόνυχτα νηστικός, ειδικά όταν το επέβαλλαν οι μέρες πριν από τη γιορτή την αποκαλούμενη Πάσχα. Τότε δηλαδή, όπως είπα, θεωρούσε καλό να νηστεύει πολλές φορές δυο μέρες και να ζει με λίγο νερό και μερικά χόρτα άγρια, κι αν τύχαινε να τον πάρει ο ύπνος για καμιά ώρα, έπειτα περνούσε την υπόλοιπη ώρα περπατώντας πάνω κάτω ασταμάτητα. Και όμως, αν διέθετε τον ίδιο αυτόν χρόνο σε καλά έργα, τα πράγματα θα είχαν φτάσει σε υψηλό σημείο ευδαιμονίας. Αλλά έτσι, καθώς χρησιμοποιούσε τη δύναμη του χαρακτήρα του για το κακό των Ρωμαίων, τα κατάφερε να κατεδαφίσει ολόκληρο το πολιτικό οικοδόμημα.

Όσο για την Ιλλυρία και τη Θράκη ολόκληρη – που σημαίνει όλη την περιοχή από τον Ιόνιο κόλπο (Αδριατική σήμερα) ως τα προάστια του Βυζαντίου, μέσα στην οποία βρίσκονται η Ελλάδα και η χώρα των Χερρονησιωτών (Βαλκάνια) -, Ούννοι και Σκλαβηνοί και Άντες, κάνοντας επιδρομές εναντίον τους σχεδόν κάθε χρόνο αφότου ο Ιουστινιανός παρέλαβε την εξουσία, προξένησαν αγιάτρευτα κακά στους κατοίκους τους. Πάνω από διακόσιες χιλιάδες ήταν, νομίζω, οι Ρωμαίοι που σκοτώνονταν ή γίνονταν σκλάβοι σε κάθε επιδρομή, ώστε η λεγόμενη "σκυθική ερημία" (η ακατοίκητη περιοχή της ανατολικής Ρωσίας όπως την περιγράφει ο Ηρόδοτος) επικράτησε στ' αλήθεια παντού σ' αυτή τη χώρα.

Αλλά και άλλους τρόπους κατόρθωσε να μηχανευτεί ο Ιουστινιανός για τη λεηλασία των υπηκόων του – τρόπους που θα εκθέσω, όσο καλύτερα μπορώ, αμέσως παρακάτω -, με τους οποίους τα κατάφερε να ληστέψει τις περιουσίες όλων, όχι όλες με μιας, αλλά λίγο - λίγο.
Πρώτ' απ' όλα διόριζε κατά κανόνα ως έπαρχο του δήμου ένα πρόσωπο που, παίρνοντας μερίδιο από το ετήσιο εισόδημα των καταστηματαρχών, τους έδινε το ελεύθερο να πουλάνε τα εμπορεύματα σε όποια τιμή ήθελαν. Το αποτέλεσμα ήταν οτι οι άνθρωποι στο Βυζάντιο αγόραζαν τα αναγκαία σε τριπλάσια τιμή και επιπλέον δεν είχαν κανέναν απολύτως στον οποίο θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν γι' αυτό. Η συνολική ζημιά που προέκυπτε από το μέτρο αυτό ήταν μεγάλη γιατί ένα μέρος από τα έσοδα αυτά πήγαινε στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο, αλλά κι ο αξιωματούχος που ήταν επιφορτισμένος με την είσπραξή τους ήθελε να πλουτίζει απ' αυτά. Από κει και πέρα και οι υφιστάμενοι του αξιωματούχου που είχαν αναλάβει την επονείδιστη αυτή υπηρεσία και οι καταστηματάρχες, επωφελούμενοι από το δικαίωμα της παρανομίας, προξενούσαν ανεπανόρθωτη ζημιά σ' αυτούς που είχαν ανάγκη τότε να ψωνίσουν, όχι μόνο ανεβάζοντας στο πολλαπλάσιο τις τιμές αλλά και επινοώντας κάποιες απερίγραπτες νοθείες των εμπορευμάτων.
Έπειτα εγκαθιδρύοντας πολλά από τα λεγόμενα μονοπώλια και ξεπουλώντας την ευημερία των υπηκόων του σ' αυτούς που ήθελαν να επωφεληθούν από το ανοσιούργημα αυτό, από το ένα μέρος ο ίδιος απαλλασσόταν από την ευθύνη εισπράττοντας το αντίτιμο της διαβιβάσεως κι από το άλλο παρείχε το δικαίωμα σ' αυτούς που είχαν συμβληθεί μαζί του να χειριστούν τη δουλειά όπως ήθελαν.

Αλλά και σ' όλα τ' άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο Ιουστινιανός τα ίδια έκανε: διάλεγε τους πιο διεφθαρμένους ανθρώπους και τους πουλούσε τα αξιώματα εισπράττοντας για αντίτιμο μεγάλα χρηματικά ποσά γιατί κανένας έντιμος άνθρωπος ή έστω και κάπως συνετός δεν θα έβαζε ποτέ στο νου του να πληρώσει με δικά του χρήματα το προνόμιο να ληστεύει αθώους ανθρώπους. Μόλις έπαιρνε ο Ιουστινιανός το χρυσάφι αυτό από τους ανθρώπους με τους οποίους τα είχε συμφωνήσει, τους παρείχε πλήρη ελευθερία να κάνουν τα πάντα εις βάρος εκείνων που βρίσκονταν στην εξουσία τους. Από κει και πέρα οι άνθρωποι αυτοί ήταν προορισμένοι να οδηγήσουν στην καταστροφή ολόκληρη την περιοχή της δικαιοδοσίας τους μαζί με τους κατοίκους της κι όλα τα πλούτη να τα έχουν πια αυτοί. Το αντίτιμο του αξιώματός τους το κατέβαλλαν σ' αυτόν που τους το είχε εκχωρήσει παίρνοντας δάνεια από την τράπεζα με πολύ υψηλούς τόκους. Γι' αυτό, όταν ανελάμβαναν τα καθήκοντά τους στις διάφορες πόλεις, δεν είχαν άλλο στο νου τους παρά πώς θα ξεπλήρωναν το χρέος στους δανειστές τους και πώς οι ίδιοι θα συγκαταλέγονταν στο εξής μεταξύ των πλουσιοτέρων, κι έτσι προξενούσαν πάντα στους πολίτες κάθε λογής συμφορές μια και οι πράξεις τους δεν συνεπάγονταν ούτε κίνδυνο κανένα ούτε δυσφήμιση. Αντίθετα, όσο περισσότερους απ' αυτούς που έπεφταν στα χέρια τους κατάφερναν να σκοτώσουν και να ληστέψουν, τόσο μεγαλύτερη δόξα τους αναλογούσε. Η ονομασία "φονιάς" και "ληστής" αντιστοιχούσε γι' αυτούς στην ονομασία "δραστήριος". Ωστόσο, μόλις ο Ιουστινιανός έπαιρνε είδηση οτι κάποιος αξιωματούχος είχε αποκτήσει μεγάλα πλούτη, έβρισκε κάποια πρόφαση για να τον παγιδέψει και να του πάρει μεμιάς όλα μαζί τα χρήματά του.

Μια μεγάλη ποσότητα σταριού είχε μεταφερθεί στο Βυζάντιο κι ενώ το μεγαλύτερο μέρος του είχε ήδη σαπίσει, ο Ιουστινιανός ανάγκασε τις πόλεις της Ανατολής ν' αγοράσουν όσο αναλογούσε στην καθεμιά, μολονότι δεν ήταν κατάλληλο για να το φάνε άνθρωποι, και τους επέβαλε μάλιστα να το πληρώσουν όχι όσο συνήθως πουλιόταν το καλύτερο σιτάρι, αλλά πολύ ακριβότερα, και εδέησαν οι αγοραστές να το αγοράσουν με μεγάλα χρηματικά ποσά σε εξαιρετικά υψηλή τιμή κι ύστερα να το πετάξουν στη θάλασσα ή σε κανέναν υπόνομο. Επειδή όμως ένα μεγάλο απόθεμα γερού σιταριού που δεν είχε ακόμα σαπίσει έμενε αποθηκευμένο εδώ, αποφάσισε να το πουλήσει κι αυτό σ' ένα μεγάλο αριθμό πόλεων που είχαν κάποια έλλειψη από σιτάρι. Έτσι διπλασίασε τα χρήματα που είχε πληρώσει το δημόσιο στα υποτελή κράτη γι' αυτό το σιτάρι. Επειδή όμως τον επόμενο χρόνο η σοδειά δεν ήτα εξίσου καλή, τα φορτία του σιταριού που έφτασαν στο Βυζάντιο δεν επαρκούσαν για τις ανάγκες, Τότε ο Πέτρος (Πέτρος Βαρσύμης – εκ Συρίας), μην ξέροντας πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση, σκέφτηκε πως το καλύτερο ήταν ν' αγοράσει μεγάλες ποσότητες σταριού από τις αγροτικές περιοχές της Βιθυνίας, της Φρυγίας και της Θράκης. Χρειάστηκε λοιπόν οι κάτοικοι των περιοχών αυτών να κουβαλήσουν τα φορτία με πολύ κόπο ως τη θάλασσα και να τα μεταφέρουν με μεγάλους κινδύνους στο Βυζάντιο για να εισπράξουν απ' αυτόν το χαμηλό τους αντίτιμο (αν μπορεί να ονομαστεί έτσι). Η ζημιά τους ήταν τόσο μεγάλη ώστε θα ήταν ευχαριστημένοι αν τους επέτρεπαν να χαρίσουν το σιτάρι σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα και να πληρώσουν κι από πάνω για τη χάρη που θα τους έκαναν. Αυτό είναι το ασήκωτο βάρος που καθιερώθηκε να ονομάζεται "συνωνή". Αλλά ούτε έτσι επαρκούσε το σιτάρι για τις ανάγκες του Βυζαντίου και πολύς κόσμος διαμαρτυρόταν για την κατάσταση αυτή στον αυτοκράτορα και συνάμα όλοι σχεδόν οι στρατευμένοι, επειδή δεν πληρώνονταν κανονικά, γύριζαν στους δρόμους της πόλης προκαλώντας φασαρίες και ταραχή μεγάλη. Ο αυτοκράτορας τότε έδειξε πως ήταν πια οργισμένος μαζί του (με τον Πέτρο Βαρσύμη – Βαρσύμης: γιός του Σίμωνα ή γιός του Συμεών;) και ήθελε να τον απολύσει από το αξίωμά του τόσο γι' αυτά που ανέφερα όσο και επειδή είχε ακούσει οτι είχε κρυμμένα τεράστια χρηματικά ποσά που είχε καταφέρει να καταχραστεί από το δημόσιο. Και πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα. Η Θεοδώρα όμως δεν του το επέτρεπε γιατί έτρεφε εξαιρετική αγάπη για τον Βαρσύμη, εξ' αιτίας της κακοήθειάς του, μου φαίνεται, αλλά και επειδή ήταν ασυναγώνιστος στο να καταληστεύει τον κόσμο. Η ίδια ήταν αφάνταστα σκληρή και απάνθρωπη και είχε την αξίωση όσοι την υπηρετούσαν να ταιριάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τον δικό της χαρακτήρα.

Μετά από αυτά έρχομαι να πω το κακό που έκαμε στους ζητιάνους και στους ανθρώπους του λαού και στους φτωχούς και στους κάθε λογής ανάπηρους. Γιατί έχω σκοπό να διηγηθώ σε επόμενα κεφάλαια όσα έχει κάμει στους ιερείς. Αρχικά λοιπόν, όπως είπα, βάζοντας στο χέρι όλα τα καταστήματα και εγκαθιδρύοντας τα λεγόμενα μονοπώλια ειδών πρώτης ανάγκης, εισέπραττε από όλους τους ανθρώπους πάνω από το τριπλάσιο της αξίας τους. Τα άλλα του έργα, επειδή μου φάνηκε πως είναι αναρίθμητα, εγώ τουλάχιστον δεν θα φιλοδοξούσα να τα απαριθμήσω ούτε καν σ' ένα βιβλίο χωρίς τέλος. Φτάνει μόνο οτι έκλεβε, με τη μεγαλύτερη απονιά που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, τους καταναλωτές του ψωμιού, ανθρώπους μεροκαματιάρηδες και φτωχούς και με όλων των ειδών τις αναπηρίες, που τους ήταν αδύνατο να μην αγοράσουν. Για να έχει ο ίδιος κέρδος απ' αυτό τρία κεντηνάρια (κεντηνάριο: νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται για μεγάλα χρηματικά ποσά, πιθανόν 1000 λίμπρες χρυσού) το χρόνο, θεωρούσε καλό να είναι το ψωμί ακριβότερο και γεμάτο στάχτες. Γιατί ο αυτοκράτορας αυτός προχώρησε αδίστακτος ακόμα και σε μια τόσο ανόσια πράξη, όσο αυτή της αισχροκέρδειας. Όσο για τους διάφορους αξιωματούχους της επιχείρησης, οι ίδιοι αποκτούσαν, με τη δικαιολογία αυτή, κάποια μεγάλη περιουσία και συνάμα κατεργάζονταν ακατάπαυστα έναν τεχνητό λιμό απίστευτο για κείνα τα χρόνια της αφθονίας, αφού η εισαγωγή σιταριού ήταν αυστηρά απαγορευμένη κι όλοι ήταν υποχρεωμένοι ν' αγοράζουν και να τρώνε αυτό ακριβώς το ψωμί.

Από τον παλιό καιρό, οι αγρότες που είχαν τα κτήματά τους στην περιοχή των Θερμοπυλών είχαν τη φροντίδα του εκεί οχυρού και φρουρούσαν εκ περιτροπής το τείχος κάθε φορά που αναμενόταν να επιτεθούν κάποιοι βάρβαροι κατευθυνόμενοι προς την Πελοπόννησο. Τότε όμως ο εν λόγω Αλέξανδρος (Αλέξανδρος ο Ψαλίδιος, που ήταν "λογοθέτης", αξιωματικός επιφορτισμένος με την οικονομική ... αφαίμαξη των στρατιωτών, το "ψαλίδισμα" του μισθού τους) επισκέφθηκε την περιοχή και, με την πρόφαση οτι προνοεί για την ασφάλεια των Πελοποννησίων, αρνήθηκε να αναθέσει στους αγρότες τη φρούρηση του οχυρού. Εγκατέστησε λοιπόν εκεί δυο χιλιάδες περίπου στρατιώτες και όρισε οι μισθοί τους να μη χορηγούνται από το δημόσιο. Αντίθετα, με το πρόσχημα αυτό, μετέφερε στο δημόσιο όλα τα χρήματα απ' όλες τις πόλεις της Ελλάδας, τα προοριζόμενα είτε για δημοτικές ανάγκες είτε για δημόσια θεάματα, για να συντηρούνται τάχα στο εξής από τους πόρους αυτούς οι στρατιώτες. Το αποτέλεσμα ήταν οτι σ' όλη την Ελλάδα, ακόμη και στην ίδια την Αθήνα, κανένα δημόσιο κτίριο δεν επισκευάστηκε ούτε κανένα άλλο χρήσιμο έργο ήταν δυνατό να γίνει. Ο Ιουστινιανός ωστόσο, χωρίς καμιά χρονοτριβή, επικύρωσε τα μέτρα αυτά του Ψαλίδιου.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2007

Η Παλαιά Διαθήκη Διδάσκει

Πώς με το Μονοπώλιο Τροφίμων Επιτυγχάνεται η Μετατροπή των Πολιτών σε Ευγνώμονες Δούλους

Γένεσις Κεφάλαιο 47

Ελθών δέ Ιωσήφ απήγγειλε τώ Φαραώ λέγων· ο πατήρ μου καί οι αδελφοί μου καί τά κτήνη καί οι βόες αυτών καί πάντα τά αυτών ήλθον εκ γής Χαναάν καί ιδού εισιν εν γή Γεσέμ. 2 από δέ τών αδελφών αυτού παρέλαβε πέντε άνδρας καί έστησεν αυτούς εναντίον Φαραώ. 3 καί είπε Φαραώ τοίς αδελφοίς Ιωσήφ· τί τό έργον υμών; οι δέ είπαν τώ Φαραώ· ποιμένες προβάτων οι παίδές σου, καί ημείς καί οι πατέρες ημών. 4 είπαν δέ τώ Φαραώ· παροικείν εν τή γή ήκαμεν· ου γάρ εστι νομή τοίς κτήνεσι τών παίδων σου, ενίσχυσε γάρ ο λιμός εν γή Χαναάν· νύν ούν κατοικήσωμεν οι παίδές σου εν γή Γεσέμ. 5 είπε δέ Φαραώ τώ Ιωσήφ· κατοικείτωσαν εν γή Γεσέμ· ει δέ επίστη ότι εισίν εν αυτοίς άνδρες δυνατοί, κατάστησον αυτούς άρχοντας τών εμών κτηνών.

Ήλθον δέ εις Αίγυπτον πρός Ιωσήφ Ιακώβ καί οι υιοί αυτού, καί ήκουσε Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου. 6 καί είπε Φαραώ πρός Ιωσήφ λέγων· ο πατήρ σου καί οι αδελφοί σου ήκασι πρός σέ· ιδού η γή Αιγύπτου εναντίον σου εστίν· εν τή βελτίστη γή κατοίκισον τόν πατέρα σου καί τούς αδελφούς σου. 7 εισήγαγε δέ Ιωσήφ Ιακώβ τόν πατέρα αυτού καί έστησεν αυτόν εναντίον Φαραώ, καί ηυλόγησεν Ιακώβ τόν Φαραώ. 8 είπε δέ Φαραώ τώ Ιακώβ· πόσα έτη ημερών τής ζωής σου; 9 καί είπεν Ιακώβ τώ Φαραώ· αι ημέραι τών ετών τής ζωής μου, άς παροικώ, εκατόν τριάκοντα έτη· μικραί καί πονηραί γεγόνασιν αι ημέραι τών ετών τής ζωής μου, ουκ αφίκοντο εις τάς ημέρας τών ετών τής ζωής τών πατέρων μου, άς ημέρας παρώκησαν. 10 καί ευλογήσας Ιακώβ τόν Φαραώ εξήλθεν απ' αυτού. 11 καί κατώκισεν Ιωσήφ τόν πατέρα αυτού καί τούς αδελφούς αυτού καί έδωκεν αυτοίς κατάσχεσιν εν γή Αιγύπτω εν τή βελτίστη γή, εν γή Ραμεσσή, καθά προσέταξε Φαραώ. 12 καί εσιτομέτρει Ιωσήφ τώ πατρί αυτού καί τοίς αδελφοίς καί παντί τώ οίκω τού πατρός αυτού σίτον κατά σώμα.

13 Σίτος δέ ουκ ήν εν πάση τή γή· ενίσχυσε γάρ ο λιμός σφόδρα. εξέλιπε δέ η γή Αιγύπτου καί η γή Χαναάν από τού λιμού. 14 συνήγαγε δέ Ιωσήφ πάν τό αργύριον τό ευρεθέν εν γή Αιγύπτου καί εν γή Χαναάν τού σίτου, ού ηγόραζον, καί εσιτομέτρει αυτοίς, καί εισήνεγκεν Ιωσήφ πάν τό αργύριον εις τόν οίκον Φαραώ. 15 καί εξέλιπε πάν τό αργύριον εκ γής Αιγύπτου καί εκ γής Χαναάν. ήλθον δέ πάντες οι Αιγύπτιοι πρός Ιωσήφ, λέγοντες· δός ημίν άρτους, καί ινατί αποθνήσκομεν εναντίον σου; εκλέλοιπε γάρ τό αργύριον ημών. 16 είπε δέ αυτοίς Ιωσήφ· φέρετε τά κτήνη υμών, καί δώσω υμίν άρτους αντί τών κτηνών υμών, ει εκλέλοιπε τό αργύριον υμών. 17 ήγαγον δέ τά κτήνη αυτών πρός Ιωσήφ, καί έδωκεν αυτοίς Ιωσήφ άρτους αντί τών ίππων καί αντί τών προβάτων καί αντί τών βοών καί αντί τών όνων καί εξέθρεψεν αυτούς εν άρτοις αντί πάντων τών κτηνών αυτών εν τώ ενιαυτώ εκείνω. 18 εξήλθε δέ τό έτος εκείνο, καί ήλθον πρός αυτόν εν τώ έτει τώ δευτέρω καί είπαν αυτώ· μή ποτε εκτριβώμεν από τού κυρίου ημών; ει γάρ εκλέλοιπε τό αργύριον ημών καί τά υπάρχοντα καί τά κτήνη πρός σέ τόν κύριον, καί ουχ υπολέλειπται ημίν εναντίον τού κυρίου ημών αλλ' ή τό ίδιον σώμα καί η γή ημών. 19 ίνα ούν μή αποθάνωμεν εναντίον σου καί η γή ερημωθή, κτήσαι ημάς καί τήν γήν ημών αντί άρτων, καί εσόμεθα ημείς καί η γή ημών παίδες τώ Φαραώ· δός σπέρμα, ίνα σπείρωμεν καί ζώμεν καί μή αποθάνωμεν καί η γή ουκ ερημωθήσεται. 20 καί εκτήσατο Ιωσήφ πάσαν τήν γήν τών Αιγυπτίων τώ Φαραώ· απέδοντο γάρ οι Αιγύπτιοι τήν γήν αυτών τώ Φαραώ, επεκράτησε γάρ αυτών ο λιμός· καί εγένετο η γή τώ Φαραώ, 21 καί τόν λαόν κατεδουλώσατο αυτώ εις παίδας απ' άκρων ορίων Αιγύπτου έως τών άκρων, 22 χωρίς τής γής τών ιερέων μόνον· ουκ εκτήσατο ταύτην Ιωσήφ, εν δόσει γάρ έδωκε δόμα τοίς ιερεύσι Φαραώ, καί ήσθιον τήν δόσιν, ήν έδωκεν αυτοίς Φαραώ· διά τούτο ουκ απέδοντο τήν γήν αυτών. 23 είπε δέ Ιωσήφ πάσι τοίς Αιγυπτίοις· ιδού κέκτημαι υμάς καί τήν γήν υμών σήμερον τώ Φαραώ· λάβετε εαυτοίς σπέρμα καί σπείρατε τήν γήν, 24 καί έσται τά γεννήματα αυτής καί δώσετε τό πέμπτον μέρος τώ Φαραώ, τά δέ τέσσαρα μέρη έσται υμίν αυτοίς εις σπέρμα τή γή καί εις βρώσιν υμίν καί πάσι τοίς εν τοίς οίκοις υμών. 25 καί είπαν· σέσωκας ημάς, εύρομεν χάριν εναντίον τού κυρίου ημών καί εσόμεθα παίδες τώ Φαραώ. 26 καί έθετο αυτοίς Ιωσήφ εις πρόσταγμα έως τής ημέρας ταύτης, επί γής Αιγύπτου τώ Φαραώ αποπεμπτούν, χωρίς τής γής τών ιερέων μόνον· ουκ ήν τώ Φαραώ.

27 Κατώκησε δέ Ισραήλ εν γή Αιγύπτω επί γής Γεσέμ καί εκληρονόμησαν επ' αυτής καί ηυξήθησαν καί επληθύνθησαν σφόδρα. 28 επέζησε δέ Ιακώβ εν γή Αιγύπτω δεκαεπτά έτη· καί εγένοντο αι ημέραι Ιακώβ ενιαυτών τής ζωής αυτού εκατόν τεσσαρακονταεπτά έτη. 29 ήγγισαν δέ αι ημέραι Ισραήλ τού αποθανείν, καί εκάλεσε τόν υιόν αυτού Ιωσήφ καί είπεν αυτώ· ει εύρηκα χάριν εναντίον σου, υπόθες τήν χείρά σου υπό τόν μηρόν μου καί ποιήσεις επ' εμέ ελεημοσύνην καί αλήθειαν τού μή με θάψαι εν Αιγύπτω, 30 αλλά κοιμηθήσομαι μετά τών πατέρων μου, καί αρείς με εξ Αιγύπτου καί θάψεις με εν τώ τάφω αυτών. ο δέ είπεν· εγώ ποιήσω κατά τό ρήμά σου. 31 είπε δέ· όμοσόν μοι. καί ώμοσεν αυτώ. καί προσεκύνησεν Ισραήλ επί τό άκρον τής ράβδου αυτού.

Κυριακή 15 Απριλίου 2007

Η ΕΡΕΥΝΑ όμηρος του κέρδους

Το ΒΗΜΑ, 15/04/2007

Ερευνητικά μαγειρέματα γέρνουν την πλάστιγγα της φαρμακευτικής παραγωγής προς την πλευρά του κέρδους και όχι της κοινωνικής προσφοράς


ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΣΩΛΗ



Είναι το πιο πρόσφατο... κύμα ενός «τσουνάμι» που σαρώνει τα τελευταία χρόνια το πεδίο της ιατρικής έρευνας. Πρόκειται για μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από μερικές ημέρες στο επιστημονικό έντυπο «Cancer» (δημοσίευση στο τεύχος της 1ης Απριλίου), η οποία δείχνει ότι οι κλινικές δοκιμές που αφορούν τις θεραπείες για τον καρκίνο του μαστού και χρηματοδοτούνται από τη φαρμακοβιομηχανία τείνουν να εμφανίζουν θετικότερα αποτελέσματα από εκείνες που δεν έχουν τέτοιου είδους ιδιωτική χρηματοδότηση. Οι αμερικανοί ερευνητές που τη διεξήγαγαν σημειώνουν ότι τα ευρήματά τους δημιουργούν ανησυχία σχετικά με «τον σχεδιασμό, τη διεξαγωγή και τον τρόπο δημοσίευσης των κλινικών δοκιμών». Αυτή η ανησυχία, όμως, επισημαίνουν οι ειδικοί, έχει μετατραπεί εδώ και καιρό επίσης σε «κύμα» που, όπως όλα δείχνουν, συνεχώς γιγαντώνεται. Ολοένα περισσότερες μελέτες - μία εκ των οποίων, μάλιστα, την οποία παρουσιάζει σήμερα «Το Βήμα», με ελληνική υπογραφή - μαρτυρούν μέσα από τα ευρήματά τους τον φόβο των επιστημόνων για την επέλαση του ιδιωτικού συμφέροντος στον τομέα των μελετών σχετικά με νέες θεραπείες· πρόκειται για έναν πολύ «ευάλωτο» τομέα, ο οποίος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την υγεία, ακόμη και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Το θέμα καλύπτεται σε πολυσέλιδο άρθρο του Βήματος με τίτλο Η ΕΡΕΥΝΑ δεν είναι... τυφλή