Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Σχετικά με τον "Επιβατήριο" Λόγο του Νέου Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου

Το παρακάτω άρθο παρουσιάζεται στην τρέχουσα αρχική σελίδα του περιοδικού Δαυλός και είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τη νοοτροπία (αλήθεια = λήθη, μαύρο = άσπρο!) και τις απόψες (Χριστιανισμός = απαρχή του πολιτισμού, της επιστήμης, της τέχνης!) που προσδοκούν να περάσουν στο ποίμνιο οι ιθύνοντες της εν Ελλάδι Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας. Απολαύστε το κείμενο:


ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

- Ποιός γέννησε την Επιστήμη;
- Η Εκκλησία.
- Ποιός γέννησε τον Πολιτισμό;
- Η Εκκλησία.
- Ποιός γέννησε την Τέχνη;
- Η Εκκλησία.
- Ποιοί ήταν οι πρόγονοί μας;
- Οι Βυζαντινοί.
- Από τι πρέπει να εμπνέωνται οι μουσικοί μας;
- Από την εκκλησιαστική μουσική.
- Από τι πρέπει να εμπνέωνται οι λογοτέχνες
μας;
- Από τους "Χαιρετισμούς της Θεοτόκου" και από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
- Από τι πρέπει να εμπνέωνται οι αρχιτέκτονές μας;
- Από τα μοναστήρια και τις εκκλησίες.
- Από τι πρέπει να εμπνέωνται οι ζωγράφοι μας;
- Από τις εικόνες των εκκλησιών
- Είναι στρατευμένα όλα αυτά;
- Όχι, δεν είναι.

***

Φαντασθήκατε ότι αρχίσαμε να δημοσιεύωμε στον «Δαυλό» ανέκδοτα, παραδοξολογίες και κείμενα κωμωδίας η ότι παραφρονήσαμε; Ε, τότε διαβάστε το παρακάτω κείμενο (ένα επισημότατο κείμενο, για το οποίο δεν αισθάνθηκε την ανάγκη ούτε ένας άνθρωπος στην πνευματική έρημο που λέγεται Ελλάδα να του κάνη έστω ένα μικρό σχόλιο):

«Ένα δεύτερο σημείο που βασανίζει τον λογισμό μου είναι η ευθύνη μας για την πορεία του νεοελληνικού πολιτισμικού γίγνεσθαι. Επιτρέψτε μου να απευθύνω τον λόγο προς τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, της επιστήμης και της τεχνολογίας, προς όλα εκείνα τα ανήσυχα πνεύματα, που επιμένουν να προβληματίζωνται για τα κοινά και δεν αισθάνωνται ικανοποιημένοι από την ακινησία, τη στασιμότητα και τη δουλεία του αυτονόητου.

» Εμείς, οι εκκλησιαστικοί ταγοί, έχουμε μία υποχρέωση απέναντί σας και εσείς έχετε ένα χρέος στο γένος μας και στην Ιστορία. Η Εκκλησία πρέπει να ξαναβρεί τους τρόπους να κεντρίζει και να εμπνέει το ανθρώπινο πνεύμα. Όπως τότε που γονιμοποίησε τις τέχνες και τις επιστήμες και γέννησαν πολιτισμό. Τότε που και οι πέτρες μαρτυρούσαν το μεγαλείο της ορθόδοξης θεολογίας, καθώς αυτή εκφραζόταν μέσω της αρχιτεκτονικής των ναών και των μοναστηριών. Τότε που η Αγιά Σοφιά η τα μοναστήρια του Οσίου Λουκά και του Δαφνιού μαρτυρούσαν με την άρρητη γλώσσα του πολιτισμικού επιτεύγματος περί της αναστημένης ελπίδας του ανθρώπου.

» Τότε που ο πεζός και ο ποιητικός λόγος γέννησαν ύψιστης πολιτισμικής αξίας εκφράσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, όπως ο Ακάθιστος Ύμνος η τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, και από τα βάθη της ανθρώπινης ευαισθησίας αναδύθηκε το κάλλος της βυζαντινής μουσικής. Σπεύδω να διευκρινίσω:

» Δεν σας καλώ να κατασκευάσετε στρατευμένη χριστιανική τέχνη. Σας προσκαλώ και σας προκαλώ να ξαναανακαλύψουμε μαζί τους χυμούς που έθρεψαν τις ψυχές των προγόνων μας και γέννησαν τον πολιτισμό που κληρονομήσαμε. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της κρίσης των ιδεολογιών, της ψευδεπίπλαστης διανόησης, του ευτελισμού της καλλιτεχνικής και της πνευματικής δημιουργίας και της υποταγής τους στον αδηφάγο καταναλωτισμό έχουμε αναπόδραστο καθήκον να συμβάλουμε ως Εκκλησία στην παραγωγή πολιτισμού.

» Τα μοναστήρια μας, οι Εκκλησιές μας –ακόμα και οι
ερειπωμένες–, η υμνογραφία μας, αλλά και όσα στοιχεία της παράδοσής μας διασώζονται στη σύγχρονη νεοελληνική πολιτισμική κληρονομιά, είναι αψευδείς μάρτυρες της ανάγκης γι’ αυτή τη συνάντηση.

» Σας παραπέμπω ενδεικτικά στη νεοελληνική ζωγραφική που κρύβει μέσα της τη βυζαντινή αγιογραφική παράδοση, στην ποίηση που αντλεί αφανώς χυμούς από την εκκλησιαστική υμνογραφία η στη σύγχρονη ελληνική μουσική, λαϊκή η έντεχνη, που κρύβει μέσα της τους δρόμους του βυζαντινού μέλους.

» Ακόμη και στον υπερρεαλισμό των νεώτερων ζωγράφων
διακρίνει κανείς τις επιρροές των αγιογράφων δασκάλων τους. Όλα αυτά κραυγάζουν για την κοινή μας ευθύνη να συναντηθούμε ξανά, Εκκλησία και ανθρώπινη δημιουργικότητα, για να οικοδομήσουμε και πάλι πολιτισμό και να εγγράψουμε πολιτιστικές παρακαταθήκες για το αύριο των παιδιών μας και του τόπου μας.»
(Επίσημο κείμενο του Επιβατηρίου Λόγου του νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμου, §§ 28-36, 16.2.08.)

Είναι απίστευτο· και όμως ο τρόπος αντίληψης της Ιστορίας, που χειροπιαστά αναδεικνύεται στο κείμενο αυτό, αν δεν υπηρετεί μία ωμή και ανατριχιαστική σκοπιμότητα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως πρωτότυπα παράλογος αν όχι παρανοϊκός. «Η Εκκλησία πρέπει να ξαναβρεί τους τρόπους να κεντρίζει και να εμπνέει το ανθρώπινο πνεύμα, όπως τότε που γονιμοποίησε τις τέχνες και τις επιστήμες και γέννησαν πολιτισμό», είναι η φράση που με κανένα τρόπο δεν μπόρεσε έως τώρα να θέση στα χείλη του ένας προκαθήμενος χριστιανικής Εκκλησίας, για τον απλούστατο λόγο ότι και οι τρεις κεντρικές της λέξεις «τέχνη», «επιστήμες», «πολιτισμός» είναι έννοιες που στη χριστιανική αντίληψη και γλώσσα ήταν απαγορευμένες και αποτελούσαν ακριβώς τον θανάσιμο εχθρό, το αντίπαλο δέος του δόγματος. Αν εξαιρέσωμε την πρώτη έννοια «τέχνη», η οποία εννοήθηκε από τον Χριστιανισμό πάντοτε ως στρατευμένη υπηρέτρια του δόγματος (εκκλησιαστική μουσική, αγιογραφική ζωγραφική, εκκλησιαστική ποίηση, εκκλησιαστική αρχιτεκτονική) και ποτέ ως ελεύθερη δημιουργία, οιαδήποτε άλλη καλλιτεχνική δραστηριότητα αντιμετωπίσθηκε και αντιμετωπίζεται ως εχθρός –και είναι πράγματι εχθρός κάθε δογματισμού.

Η Εκκλησία λοιπόν, όπως δύο φορές τονίζεται στο απερίγραπτο αυτό κείμενο, «γέννησε τον πολιτισμό». Κι αυτός ο πρωτογέννητος πολιτισμός, πριν από τον οποίο οι άνθρωποι ήταν πολιτισμικά στείροι κι άγονοι, δεν είναι άλλος από τα μοναστήρια και τις εκκλησίες στην (ασιατική) Αρχιτεκτονική, τα (ανθελληνικά) κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και τους «Χαιρετισμούς της Θεοτόκου» στην Λογοτεχνία, την (ανατολίτικη) βυζαντινή ρινοφωνία στην Μουσική και τις αγιογραφίες στην Ζωγραφική. Αυτά «έθρεψαν τις ψυχές των προγόνων μας και γέννησαν τον πολιτισμό που κληρονομήσαμε». Κι όλα αυτά λέγονται σε μία χώρα με έναν πολιτισμό, του οποίου η προχριστιανική Αρχιτεκτονική, η προχριστιανική Λογοτεχνία, η προχριστιανική Μουσική και η προχριστιανική ανάγλυφη Ζωγραφική (αρχαιοελληνικοί ζωγραφικοί πίνακες δεν διασώθηκαν λόγω των φθαρτών υλικών τους) παραμένουν εσαεί τα αιώνια πρότυπα και πρωτότυπα που τα μιμούνται οι πολιτισμένοι άνθρωποι όπου Γης.

* * *

Ο παγκόσμιος Ελληνικός Πολιτισμός δέχεται μία από τις χειρότερες προσβολές, που κατά καιρούς διαπράχθηκαν εναντίον του, από τότε που έλαμψε, φώτισε κι εξανθρώπισε την ανθρωπότητα. Η τελευταία ύβρις, ύπουλη και δόλια, διαπράχθηκε στις 16 Φεβρουαρίου, στο κέντρο του κέντρου όπου άνθισε, στο κέντρο της Αθήνας, λίγα μέτρα μακρύτερα από την Ακρόπολη, το παγκόσμιο αυτό σύμβολο της ελευθερωτικής και εξαληθευτικής περιόδου της Ιστορίας, της εποχής που η Επιστήμη, η Φιλοσοφία, η Τέχνη και η Πολιτεία εκτοξεύθηκαν ως μοντέλα ζωής, που ισχύουν ολοζώντανα σήμερα παντού, όπου ευδοκιμεί η ελευθερία και η έλλογη και αδογμάτιστη αντίληψη της πραγματικότητας.

Αυτός ο αέρας που αποπνέει τον πιο ζοφερό Μεσαίωνα, που για εμάς τους Έλληνες συνεχίζεται ως βυζαντινισμός, ολοζώντανος και πανίσχυρος το 2008 σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, αυτός ο σκοταδισμός που μας χαρίζει τους επίζηλους τίτλους της «Τελευταίας Θεοκρατίας στην Ευρώπη» και των «Παγκόσμιων Πρωταθλητών της Διαφθοράς», είναι ιδεώδες, που το θέτουμε τόσο ψηλά, ώστε να μη μας περισσεύει ούτε μία λέξη, ούτε μία έμμεση αναφορά που να υπαινίσσεται έστω ότι ο Παγκόσμιος Πολιτισμός γεννήθηκε στην προχριστιανική Ελλάδα και εξαφανίσθηκε ακριβώς την ιστορική στιγμή που με αιματηρή βία έγινε επίσημη θρησκεία του Βυζαντίου ο Χριστιανισμός.

Και για να μη μείνει καμμιά αμφιβολία για το ποιό ιστορικό πρότυπο κρύβεται στο απίθανο αυτό κείμενο, διαβάστε τη συνέχεια:


«Οφείλω να καταθέσω ενώπιόν σας την εμπιστοσύνη μου στην πρόνοια του Θεού, ο οποίος φρόντισε στον μαρτυρικό θρόνο της βασιλίδος των πόλεων να στέκεται σήμερα βράχος ακλόνητος της Ορθοδοξίας και σοφός οιακοστρόφος της εκκλησιαστικής μας πορείας ο ταπεινός αλλά στιβαρός, ο τολμηρός αλλά σώφρων, ο ριζωμένος στην ορθόδοξη παράδοση αλλά βαθύς γνώστης των παγκοσμίων εξελίξεων Πατριάρχης του Γένους, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος.

» Η ελλαδική Εκκλησία, έχουσα επίγνωση της ιστορίας του γένους των Ελλήνων, της εκκλησιαστικής μας ιστορίας και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας φέρει βαρειά την ευθύνη επί των ώμων της για τον τρόπο που θα διαφυλάξει τα παραδεδομένα, όσον αφορά στη σχέση της και τη συνεργασία της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.»
(Επιβατήριος Λόγος κ. Ιερώνυμου, §§ 57-58, 16.2.08.)



Απλώς θα προσθέσωμε, ότι το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε σε επήκοο εκατοντάδων πολιτικών, στρατιωτικών, πνευματικών και λοιπών ταγών μας, οι οποίοι με σταυρωμένα χεράκια ως κατηχητόπουλα το άκουαν με βαθύτατη θρησκευτική κατάνυξη, ιερή συγκίνηση και ελληνική περηφάνεια.

* * *

Ρομαντικέ Παλαμά, όταν πριν έναν αιώνα αισιοδοξούσες γράφοντας

«...και μην έχοντας πια άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα»,
αν ζούσες σήμερα, θα έβλεπες ότι υπήρξαν κι άλλα σκαλιά στην ιστορική κατρακύλα, ενώ τα πρωτινά και μεγάλα φτερά δεν φύτρωσαν ποτέ. Σήμερα πια ίσως το μόνο αξιοπρεπές που μπορούμε να κάνωμε είναι να πάψουμε να ρυπαίνουμε ιστορικά και πνευματικά τον Άγιο αυτόν Τόπο και τη λέξη «Ελλάδα» να την μετονομάσουμε επίσημα σε Βυζάντιο η Ρωμανία, και οι «Έλληνες» να μετονομασθούμε Ρωμιοί η Βυζαντινοί. Έτσι ίσως θα αραιώσει το πέπλο του ζόφου, που πλέξαμε και από κάτω του εξαφανίσαμε τον πρωτινό Πολιτισμό.

Δ.Ι.Λ.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

Καλίνδοια: Μια Αρχαία Πόλη στη Μακεδονία

Άρθρο της εφημερίδας "Η Καθημερινή", Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008.

Η ανασκαφή αφηγείται την ιστορία
Τα ευρήματα στα αρχαία Καλίνδοια φωτίζουν τη ζωή των κατοίκων τους


Της Γιωτας Μυρτσιωτη

Ενα ακέφαλο μαρμάρινο άγαλμα υπερφυσικού μεγέθους κοσμούσε επί πολλά χρόνια την πλατεία του Καλαμωτού Ζαγκλιβερίου Θεσσαλονίκης και είχε ταυτιστεί με τη ζωή της κοινότητας. Γι’ αυτό, όταν τη δεκαετία του ’60 το γλυπτό βρήκε τη θέση του στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, η θλίψη του «αποχωρισμού» ήταν μεγάλη. Κανείς μέχρι τότε δεν γνώριζε ότι το άγαλμα της πλατείας που είχαν βρει οι ίδιοι καλλιεργώντας τα χωράφια τους ήταν ανδριάντας του Οκταβιανού Αυγούστου. Χρόνια αργότερα, οι ανασκαφές των αρχαιολόγων στη θέση «Καστέλλια», 55 χιλιόμετρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, έφερναν στην επιφάνεια ένα ακμαίο αστικό κέντρο του Μακεδονικού Βασιλείου, άγνωστου επί 20 περίπου αιώνες.

Τη σπουδαιότητα αυτής της αρχαίας πόλης άρχισαν να φωτίζουν σταδιακά δεκάδες ευρήματα –τα περισσότερα ογκώδη– αποκαλύπτοντας όχι μόνο το όνομά της, αλλά και τους θεσμούς, τη λειτουργία της, τη σύνθεση του μεικτού πληθυσμού και την καθιέρωση της λατρείας του αυτοκράτορα και της θεάς Ρώμης σε έναν από τους πρωιμότερους ναούς της αυτοκρατορικής λατρείας στη μακεδονική ενδοχώρα.

Είναι τα Καλίνδοια της βόρειας Βοττικής (όπως ονομαζόταν η ευρύτερη περιοχή κατά την αρχαιότητα), μια πόλη με συνεχή κατοίκηση από τους αρχαϊκούς (7ος π.Χ. αι.), τους κλασικούς, τους ελληνιστικούς ώς και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από εκεί πέρασε ο Μ. Αλέξανδρος πριν ξεκινήσει για την εκστρατεία του στην Ασία, όπου –σύμφωνα με μια στήλη– μοίρασε στους εταίρους του γαίες της πόλης και περιοχών αυτής (Τριποάτης, Καμακέα, Θαμίσκεια).

Tην εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τα Καλίνδοια γνώρισαν το αποκορύφωμα της ακμής τους, που ξεκίνησε στα τέλη του 1ου αιώνα για να συνεχιστεί επί δύο περίπου αιώνες. Πολυτελή δημόσια κτίρια με πλούσια διακόσμηση κοσμούσαν το κέντρο της, ενώ ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα η πόλη είχε Βουλή και Εκκλησία του Δήμου. Σημαντικοί άρχοντες ήταν οι πολιτάρχες (στρατηγοί), ο θεσμός της χορηγίας ήταν ιδιαίτερα ισχυρός, ενώ οι πολίτες χωρισμένοι σε φυλές (Ελληνες, Θρακιώτες, Μακεδόνες) συμβίωναν αρμονικά για αιώνες.


Το Σεβαστείο

Στην αγορά δέσποζε το συγκρότημα του Σεβαστείου, ένα επίμηκες κτίριο 70 περίπου μέτρων που φιλοξενούσε τις πιο λαμπρές τελετές των κατοίκων: πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές. Τις αίθουσές του κοσμούσαν μεγάλα μαρμάρινα αγάλματα και άλλα έργα τέχνης σπουδαίων καλλιτεχνών της εποχής.

Επίκεντρο των λατρευτικών εκδηλώσεων αποτελούσε ο ναός που ήταν αφιερωμένος στον Δία, τη θεά Ρώμη και τον αυτοκράτορα, όπου βάθρο του χάλκινου αγάλματος του Τραϊανού φέρει την υπογραφή «ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΘΕΟΝ ΘΕΟΥ ΥΙΟΝ ΤΡΑΪΑΝΟΝ ΣΕΒΑΣΤΟΝ Η ΠΟΛΙΣ». Με το πέρασμα των χρόνων το κτίριο υπέστη φθορές. «Χορηγός» της ανακαίνισης ήταν η Φλαβία Μύστα, μια ευκατάστατη αστή των Καλινδοίων. Πλήρωσε την επισκευή του παλαιότερου ναού που –σύμφωνα με τις ανασκαφικές ενδείξεις– είχε στο μεταξύ καταστραφεί και, ταυτόχρονα, πρόσθεσε νέους χώρους λατρείας. Εξόρκισε μάλιστα τους συμπολίτες της να φροντίζουν –σύμφωνα με επιγραφή– τον ναό για να μείνει «ακατάφθορος».


Και χορηγίες

Το 88 μ.Χ. –επί αυτοκράτορος Δομιτιανού– τρεις άλλοι χορηγοί, οι γιοι του Σωπάτρου Κότυς και Αρριδαίος –ιερέας τη χρονιά εκείνη στο ναό– κατασκεύασαν το βουλευτήριο, τη στοά και την εξέδρα. Εκεί λαμβάνονταν οι σημαντικότερες αποφάσεις. Ψηφίσματα αναγράφονται σε μαρμάρινες στήλες και επιγραφές. Εύποροι πολίτες ενίσχυαν τη λειτουργία του, ενώ συχνές ήταν οι συνεδριάσεις των 50 βουλευτών που καθόριζαν την τύχη του τόπου.

Η ζωή της πόλης σταμάτησε ξαφνικά στα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα. Υστερα από μεγάλες μέρες δόξας που πέρασε το οικοδομικό συγκρότημα του Σεβαστείου, ήρθε η τελική καταστροφή. Αγάλματα και αρχιτεκτονικά γλυπτά κατέληξαν σε μια μεγάλη ασβεστοκάμινο – πεντακόσια και πλέον θραύσματα βρέθηκαν στην ανασκαφή. Οσα γλίτωσαν από τη βίαιη καταστροφή στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, χάθηκαν κάτω από τα ερείπια του ένδοξου κτιρίου.


Μια έκθεση που αναπαριστά την πόλη

Η συνοπτική ιστορία των Καλινδοίων δεν προκύπτει από γραπτές πηγές. Οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων είναι αρκετά φειδωλές. Tη φωτίζουν αποκλειστικά τα ευρήματα συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας που πραγματοποιεί από το 2003 ο αρχαιολόγος κ. Κώστας Σισμανίδης. Πτυχές αυτής της ιστορίας μπορεί να «διαβάσει» πλέον και το κοινό στην έκθεση «Τα Καλίνδοια - Μια αρχαία πόλη στη Μακεδονία» που εγκαινιάζεται εντός του Φεβρουαρίου στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.

Η έκθεση συγκεντρώνει «ό,τι πιο φρέσκο έχει να παρουσιάσει η ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ όσον αφορά τα ευρήματα και τα πορίσματα μιας ανασκαφής που βρίσκεται σε εξέλιξη. Και αυτή ειναι η πρωτοτυπία της», επισημαίνει η διευθύντρια του Μουσείου κ. Πολυξένη Αδάμ-Βελένη. Μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί πλήρως έξι συνεχόμενοι χώροι συνολικού μήκους 70 μέτρων στο οικοδομικό συγκρότημα του Σεβαστείου, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται η έρευνα μιας έβδομης αίθουσας που φέτος, παρά τη μικρή χρηματοδότηση (4.000 ευρώ του ΥΜΑΘ), αποκάλυψε σπουδαία ευρήματα. Μεταξύ αυτών, δύο αγάλματα φιλοσόφων και ένα ακέφαλο γυναικείας μορφής υπερφυσικού μεγέθους τύπου «Μικρής Ηρακλειώτισσας» που θα παρουσιαστούν στην έκθεση.


Αγνωστη ώς το 1983

«Μέχρι το 1983 δεν γνωρίζαμε ούτε το όνομα της πόλης. Μέσα σε 25 χρόνια όμως προέκυψαν πλούσιες πληροφορίες για την εικόνα της, τη σύνθεση του πληθυσμού, τους θεσμούς και τις λειτουργίες της, πράγμα που δείχνει ότι μια ανασκαφή “γράφει” την ιστορία», επισημαίνει ο κ. Σισμανίδης. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της αρχαίας πόλης, εξηγεί, είναι ότι στα Καλίνδοια λειτουργούσε ένα από τα πρώτα Σεβαστεία του ελλαδικού χώρου. Ιδρύθηκε την τελευταία προχριστιανική εικοσαετία, όταν Σεβαστεία εμφανίζονται για πρώτη φορά το 29 π.Χ. στη Μικρά Ασία, ενώ ανάλογοι ναοί αυτοκρατορικής λατρείας καθιερώνονται στη Μακεδονία τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.

Η έκθεση παρουσιάζει σε αναπαράσταση (σχέδια Ιωάννη Νιαούρη) τέσσερις από τις επτά αιθουσες του Σεβαστείου, πλαισιωμένες από τα σημαντικότερα ευρήματα. Στην είσοδο –σύμφωνα με τη μουσειολογική μελέτη της Χριστίνας Ζαρκάδα, αρχιτέκονος του ΑΜΘ– στήθηκαν η «επιγραφή των Καλινδοίων» και το άγαλμα του θωρακοφόρου Αυγούστου (τέλη 1ου αι. π.Χ.). Η μαρμάρινη κεφαλή υπερφυσικού αγάλματος του Μελεάγρου δεσπόζει μπροστά από τη φωτογραφία αντίστοιχου αγάλματος του Βερολίνου, το οποίο αποδίδεται στην κλίμακα του Μελεάγρου των Καλινδοίων. Είναι ο πρώτος Μελέαγρος (έργο του γλύπτη Σκόπα), που βρέθηκε σε ανασκαφές στον βορειοελλαδικό χώρο, παρόλο που ο γνωστός μυθικός ήρωας υπάρχει σε πολλά ξένα μουσεία.


Τιμητικές επιγραφές

Στις αίθουσες του Σεβαστείου στήθηκαν ακέφαλα αγάλματα και οι μαρμάρινες κεφαλές αγαλμάτων του Οκταβιανού Αυγούστου (β΄ μισό του 1ου μ.Χ.), της Φλαβίας Μύστας και της Αθηνάς (Minerva) με κορινθιακό κράνος – πιθανότατα αποδίδει και τη θεά Ρώμη (DEA ROMA) η οποία, σύμφωνα με τις επιγραφικές μαρτυρίες, λατρευόταν στον ναό. Τις ενότητες της έκθεσης συνθέτουν τιμητικές επιγραφές, με σημαντικότερη «των εφήβων» που δίνει σαφή δημογραφικά στοιχεία για την πληθυσμιακή σύνθεση μιας μακεδονικής πόλης κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους. Επι πλέον, κτητορικές επιγραφές του ναού και του βουλευτηρίου που φέρουν τα ονόματα των χορηγών, νομίσματα με την επιγραφή ΒΟΤΤΙΑΙΩΝ, κοσμήματα, ειδώλια με θεότητες, δέκα εκ των οποίων της θεάς Αφροδίτης (1ος αι. μ.Χ.).

Ξεχωριστή ενότητα αποτελούν οι ταφικές στήλες –δείγματα επιτάφιων μνημείων της ελληνικής και της ρωμαϊκής περιόδου– που περιέχουν πληροφορίες για τους νεκρούς και την οικογένειά τους με συμβολισμούς σχετικούς με τις δοξασίες για τη μεταθανάτια ζωή. Συγκινητικό είναι το επίγραμμα ενός δωδεκάχρονου αγοριού, του Φιλώτα που, εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του, παρέμεινε άσημος και δεν πρόλαβε να δοξαστεί όπως ο συνονόματος παππούς του. Ο μικρός, που τάφηκε δίπλα στην από χρόνια χαμένη μητέρα του αφήνοντας τρεις αδελφές, αφηγείται με παράπονο λεπτομέρειες της σύντομης ζωής του.



Άρθρο σχετικά με την έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης για τα Καλίνδοια έχει αναρτηθεί και στο ιστολόγιο sfrang2.

Φωτογραφίες εκθεμάτων και πληροφορίες σχετικά με την περιοδική έκθεση "Τα Καλίνδοια" του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης βρίσκονται στο ιστολόγιο AFAIA.