Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Για την Παρακμή της Ελληνικής Γλώσσας

Ξεκινώ αυτή την ανάρτηση μετά από αρκετό διάστημα συνειδητής αλλά νομίζω και υποσυνείδητης επεξεργασίας των όσων έχουν μέχρι τώρα υποπέσει στην αντίληψή μου, σχετικά με την αθλία κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί ως Έλληνες, όσον αφορά την γραφή και την προφορική εκφορά λόγου στην γλώσσα μας.

Πολλά χρόνια μετά την αποφοίτησή μου από σχολείο και πανεπιστήμιο συνειδητοποιώ την παγίδα στην οποία πέσαμε οι περισσότεροι από τους νέους της γενιάς μου, όταν ενστερνιζόμασταν την πολυ-προπαγανδιζόμενη από τους τότε φερομένους ως “προοδευτικούς” καθηγητές, κυρίως φιλολόγους, διδάσκοντες τα μαθήματα της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, “Δημοτική” γλώσσα. Αυτή η τάχα “δημοτική” γλώσσα, ή “ζωντανή γλώσσα του ... λαού”, διαπιστώνω τώρα οτι υπήρξε το πρώτο σκαλοπάτι για την αποδόμηση της Ελληνικής γλώσσας. Και πιθανολογώ οτι ο απώτερος στόχος της αποδόμησης αυτής, που κινήθηκε με τις γνωστές μεθόδους -κάποιες θα αναπτυχθούν παρακάτω- από τους ίδιους διαχρονικά κύκλους, οι οποίοι κινούν και τις σημερινές κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις, είναι η τελική πτώση της Ελληνικής γλώσσας δια της “λατινοποιήσεως” και τελικώς η ολοκληρωτική της απαξίωση.

Είναι θλιβερό οτι αναγκάζομαι και εγώ εδώ να γράφω στην κατασκευασμένη γλώσσα που μάθαμε να αποκαλούμε “Δημοτική”, έχοντας απολέσει πολλά από όσα είχα μάθει, μια που είμαι και εγώ ένα από τα θύματα της προπαγάνδας που ασκήθηκε, αλλά και διότι όλοι οι νεώτεροί μου σήμερα θα θεωρούσαν οτι γράφω σε “αρχαία” διάλεκτο αν έγραφα όπως οι περισσότεροι γράφαμε τριάντα με σαράντα χρόνια πριν.

Το βασικό παράδοξο που έρχεται στο μυαλό μου είναι οτι ενώ ονόμασαν “Δημοτική” την υποτιθέμενη γλώσσα του λαού, όλοι μας καταβάλαμε και συνεχίζουμε να καταβάλουμε φιλότιμες προσπάθειες προκειμένου να αλλάξουμε τον τρόπο που μιλούσαμε και γράφαμε, ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε την γλώσσα του λαού, την ονομαζόμενη Δημοτική!

Από την καθιέρωση της “Δημοτικής” μέχρι τώρα έχω συλλάβει αμέτρητες φορές τον εαυτό μου να αναρωτιέται πριν από την εκφορά ή γραφή μιας λέξης (αυθορμήτως θα έγραφα λέξεως), πώς θα πρέπει να την αλλάξω ώστε να “στέκεται” σαν λέξη της “Δημοτικής”.

Τίθεται λοιπόν το ρητορικό ερώτημα: Μήπως δεν προερχόμουν από τον λαό και έτσι δεν γνώριζα την γλώσσα του; Όχι βέβαια! Απ' ότι μου φαίνεται τώρα, η φερόμενη ως Δημοτική δεν υπήρξε γλώσσα του λαού. Απλώς, την επέβαλαν οι κυβερνώντες με έναν ύπουλο τρόπο: Τη γνωστή μέθοδο προπαγάνδας με την οποία πείθεται ο κάθε αφελής οτι οι επιλογές των κρατούντων είναι δικές του προσωπικές επιλογές. Έτσι, ο λαός έπρεπε, γεμάτος χαρά για την υποτιθέμενη κατάκτησή του, να προσαρμοστεί βιαίως και όμως οικειοθελώς!

Μέχρι να φτάσουμε στην καθιέρωση της “Δημοτικής”, αυτό έγινε επί κυβερνήσεως Γεωργίου Ράλλη στις αρχές της δεκαετίας του 80, προηγήθηκε μακροχρόνια διαμάχη επί του “γλωσσικού ζητήματος”. Βρέθηκαν πολλοί πνευματικοί αλλά και “πνευματικοί” άνθρωποι που, κατά τα κοινώς γνωστά, αγωνίστηκαν για την καθιέρωση της αποκαλούμενης Δημοτικής Γλώσσας. Αυτοί εμφανίζονταν ως προοδευτικοί, σε αντίθεση με όσους υπερασπίζονταν την χρήση της “καθαρεύουσας”, μιας γλώσσας επίσης κατασκευασμένης, με πολλές αδυναμίες (κυρίως λόγω των πολλών καταλήξεων σε ς και ν, που προκαλεί η απουσία χρήσης της δοτικής πτώσης, ιδιαιτέρως χρησιμοποιούμενης στα αρχαία ελληνικά), αλλά δομημένης και ικανής να βοηθήσει τον διδασκόμενο να κατανοεί ευκολότερα κείμενα της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, και να μπορεί μαθαίνοντάς την να μπαίνει ευκολότερα στο νόημα κάθε Ελληνικής διαλέκτου και γραφής. Κάποιοι από τους υποστηρικτές της “Δημοτικής” έφτασαν στο σημείο να προτείνουν την κατάργηση γραμμάτων, διφθόγγων και άλλων χαρακτηριστικών στοιχείων της γλώσσας μας ενώ άλλοι, πιο ακραίοι, την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου για την γραφή της Ελληνικής!

Θυμόσαστε άραγε το σχέδιο Γιαννίτση για το ασφαλιστικό ή τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού του χρηματιστηρίου Κώστα Σημίτη για την μετατροπή των εργαζομένων σε “απασχολήσιμους”; Υποθέτω πως το θυμάστε. Τότε δεν πέρασαν εκείνες οι “ακραίες” θέσεις, όμως είχε γίνει το πρώτο βήμα: Οι θέσεις τέθηκαν! Και τώρα που ωρίμασαν οι συνθήκες και -με τη βοήθεια των εκ του εξωτερικού φίλων της κυβερνήσεως- βρεθήκαμε πιασμένοι στα δίχτυα της ΕΕ και του ΔΝΤ, οι “ακραίες” θέσεις εκείνες έλαβαν σάρκα και οστά. Με τον ίδιο, μεθοδικά σχεδιασμένο τρόπο, το βλέπω καθαρά, δουλεύουν, όσον αφορά και την εξέλιξη της Ελληνικής γλώσσας...

Αλλά ας επανέλθω σε αυτά που έγραφα, πριν από την παρέκβαση των τελευταίων δυο παραγράφων και να πω: Για σταθείτε! Τι “σημαίνει γλώσσα του λαού” και τι σημαίνει υιοθέτηση της γλώσσας αυτής ως επίσημης γλώσσας του κράτους, την οποία θα διδάσκονται τα ελληνόπουλα στα σχολεία; Μήπως σημαίνει την επικράτηση του τρόπου ομιλίας και γραφής των λιγότερο εγγράμματων μελών του λαού και την επιβολή σε όλους της υιοθετήσεως των κάθε λογής γλωσσικών σφαλμάτων; Μήπως σημαίνει την επικράτηση κάποιας τοπικής διαλέκτου έναντι των άλλων; Ή μήπως σημαίνει την επικράτηση μιας διαλέκτου κατασκευασμένης από κάποιους υποτιθέμενους φίλους του λαού οι οποίοι γνωρίζουν πώς να ασκούν την προπαγάνδα της ήσσονος προσπαθείας; Τελικώς, μήπως πρόκειται για ένα γλωσσικό “αλαλούμ” όπου ο καθένας χρησιμοποιεί μια τον ένα και μια τον άλλο τρόπο, μη ξέροντας που πατά και πού πηγαίνει;

Όλοι κάνουμε λάθη στη γραφή και την προφορική εκφορά της γλώσσας αλλά δεν διεκδικούμε ούτε δικαιούμαστε να επιβάλουμε να διδάσκονται τα λάθη μας στους άλλους. Στο κάτω κάτω, ο Ελληνικός λαός βρέθηκε για πολλούς αιώνες υπόδουλος σε εχθρικούς προς την ανάπτυξη Ελληνικής εθνικής συνειδήσεως -άρα και προηγμένης γλωσσικής επάρκειας- ξένους δυνάστες (Βυζάντιο, Τουρκοκρατία). Κατά τη διάρκεια της δουλείας τους οι Έλληνες δεν είχαν όλοι τη δυνατότητα να αποκτούν την απαραίτητη παιδεία, ώστε να διατηρήσουν όσο μπορούσαν αλώβητη την γλώσσα τους. Λίγοι σπούδαζαν και αυτοί ελάμβαναν τις εγκεκριμένες από την Εκκλησία και τους δυνάστες κάθε εποχής γνώσεις, προκειμένου να υπηρετούν το σύστημα.

Ας έρθω όμως στην εποχή του Γεωργίου Ράλλη, ο οποίος καπέλωσε δια νόμου την ελληνική γλώσσα με την επισημοποίηση της δήθεν “Δημοτικής”:

Όταν η πλειοψηφία των Ελλήνων (ο λαός δηλαδή) μιλούσε και έγραφε κάνοντας ορθή και απολύτως “δημοτική” χρήση των τριτοκλίτων και έλεγε “της πόλεως”, της “όψεως” κλπ, ποιοι και με ποιο δικαίωμα επέβαλαν μια νέα γραμματική στην οποία τα τριτόκλιτα ονόματα και επίθετα έπρεπε να μετατραπούν εν μια νυκτί σε πρωτόκλιτα και -ω της σχιζοφρενούς διανοίας- μόνο στον ενικό αριθμό; Η “πόλις” έγινε “πόλη”, γενική “της πόλης” (αντί “της πόλεως” που λέγαμε οι περισσότεροι). Αλλά στον πληθυντικό δεν μπόρεσαν να το παρατραβήξουν, οπότε έμεινε “οι πόλεις”, “των πόλεων”. Πώς θα μπορούσαν να κάνουν πρωτόκλιτο και τον πληθυντικό; Μήπως βάζοντάς μας να λέμε οι πόλες των πόλων (όπως κάποιοι, ποιητική τη αδεία, χρησιμοποίησαν την λέξη “άνοιξες” ως πληθυντικό της ανοίξεως);

Όταν όλοι γνωρίζαμε να μην τονίζουμε μια λέξη στην προπαραλήγουσα όταν η λήγουσα είναι μακρά και ξέραμε και τις εξαιρέσεις του κανόνα, ποιος και με ποιο δικαίωμα δίδαξε στα παιδιά μας το αντίθετο;

Λυπάμαι όταν αναλογίζομαι πως έπεσα κι εγώ θύμα της άθλιας προπαγάνδας, που ασκήθηκε συντονισμένα από τάχα προοδευτικούς καθηγητές στα σχολεία και από πολλούς άλλους δήθεν φίλους του λαού.

Όταν είσαι νέος, είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην παγίδα όσων υποστηρίζουν κάτι που μοιάζει να σε διευκολύνει, όπως για παράδειγμα η υιοθέτηση του μονοτονικού –η οποία καθιερώθηκε αίφνης από τους πολιτικούς χωρίς καμιά συζήτηση με τους ειδικούς- η κατάργηση αυξήσεων, ο περιορισμός των καταλήξεων των λέξεων, η κατάργηση κανόνων ή και εξαιρέσεων εφαρμοζόμενων από τον κόσμο, μετά από ικανή περίοδο εφαρμογής της “Δωρεάν Παιδείας”, που ανέβασε το γενικότερο μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων και πολλά άλλα.

Φέραμε λοιπόν σε τέτοιο σημείο ξεπεσμού και παρακμής την Ελληνική γλώσσα, ώστε οι σημερινοί μαθητές να μην είναι σε θέση να διαβάσουν και να κατανοήσουν με ευκολία ένα κείμενο του Βιζυηνού, του Ροΐδη, του Παπαδιαμάντη ή ένα ποίημα του Κάλβου. Δηλαδή, εκείνοι οι παλαιοί συγγραφείς και ποιητές δεν μιλούσαν γλώσσα δημοτική; Μήπως ήταν “φασίστες”, “ακροδεξιοί” ή “υπερσυντηρητικοί”; Τότε πώς τους καταλάβαιναν οι σύγχρονοί τους και όλοι οι μεταγενέστεροι, που είχαν την τύχη να είναι μαθητές πριν από τις εκτρωματικές μεταρρυθμίσεις; Μεταρρυθμίσεις οι οποίες αποσκοπούσαν σε μια μετάλλαξη της γλώσσας μας προς το “απλούστερο”, το “ευκολότερο” και όπως πλέον γίνεται φανερό στην τελική “λατινοποίηση” μέχρι και κατάργησή της.

Δυστυχώς, η μεθοδευμένη αυτή υποβάθμιση, που έγινε αποδεκτή χάρη στην ύπουλη προπαγάνδα που ασκήθηκε από εμβόλιμους “πνευματικούς ανθρώπους”, πέτυχε σε μεγάλο βαθμό τους στόχους της. Αποτέλεσμα είναι να έχει μετατραπεί σε πραγματική “δημοτική” μια υπεραπλουστευμένη γλώσσα που πάσχει από βαριά πενία λέξεων και ποικιλία λεκτικών τύπων σε σχέση με τη γλώσσα που διδαχθήκαμε.

Και μέσα σε όλον αυτό τον ορυμαγδό έρχεται και η κακής ποιότητας παιδεία που προωθείται στα σχολεία μας για να δώσει ένα επιπλέον ράπισμα στην ταλαίπωρη Ελληνική γλώσσα. Οι μαθητές μας έχουν μειωμένες γλωσσικές αντιστάσεις απέναντι στα παρεφθαρμένα Ελληνικά πλείστων δημοσιογράφων, πολιτικών και λοιπών δημοσίων προσώπων, που καθημερινά κακοποιούν -στα πλαίσια της “δημοτικής" αυθαιρεσίας- την ταλαίπωρη γλώσσα μας.

Παραδείγματα: Πάρα πολλά σχετικά με την κακοποίηση της γλώσσας εξ αιτίας της επελάσεως αμαθών, ημιμαθών ή τελούντων εν συγχύσει, οι οποίοι μας “διαφωτίζουν” μέσα από τα παράθυρα των τηλεοπτικών μας δεκτών ή από τις στήλες των εντύπων “μέσων ενημέρωσης”:

Του Διεθνές Νομισματικού Ταμείου”

Η διεθνή οικονομική κατάσταση”

Της διεθνής κρίσης”

Των επικεφαλών

“Των δημόσιων υπαλλήλων” (όπου θέλουμε τονίζουμε, μια έτσι μια αλλιώς)

“Η περιβαντολογική μελέτη” (πόσα θαυμαστικά να βάλω σε αυτή την ανύπαρκτη λέξη που ακούω καθημερινά;)

Δέστε” (αντί “δείτε”, το δέστε μάλλον είναι από το “δένω”)

Πέστε” (αντί “πείτε”, το πέστε μου θυμίζει το “πέφτω”)

“Μια συσκευή παρασκευής όζον” (το όζον έγινε άκλιτη λέξη)

“Αναπαρήγαγαν” λέει κάποιος και παρακάτω “των δημόσιων υπάλληλων” (τρικυμία εν κρανίω στην προσπάθεια ανθρώπων της γενιάς μου να ενστερνιστούν τη “δημοτική”)

και πολλά άλλα λαμπρά μαργαριτάρια εκτοξεύονται κατά κόρον από τα στόματα πολιτικών, δημοσιογράφων και πολλών άλλων ελληνοφώνων, μέχρι, δυστυχώς, και δασκάλων και καθηγητών όλων των βαθμίδων.

Προσφάτως υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα ακόμα σύμπτωμα που προκάλεσε η λαίλαπα της “δημοτικής”. Πολλοί και μάλιστα “μορφωμένοι” ταλαίπωροι Έλληνες παίρνουν την αύξηση του αορίστου, την οποία κακοποίησε βαναύσως ή εφαρμογή της “γλώσσας του λαού” και την προσάπτουν στην προστακτική. Έτσι, αν χρειάζεται να υπογράψεις θα σου πουν “υπέγραψε”, αν πρέπει να σβήσεις θα σου πουν “διέγραψε”, αντί για επανάλαβε θα σου πουν “επανέλαβε” και ούτω καθεξής.

Θα μπορούσα να γράφω για πολλή ακόμα ώρα πάνω στο θέμα αυτό, που είναι πάρα πολύ σημαντικό για εμάς τους Έλληνες. Αλλά νομίζω οτι μπορεί όποιος το επιθυμεί να αναζητήσει πληροφορίες για το θέμα και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, αν θέλει να εξηγήσει την τραγική κατάσταση μεγάλης μερίδας των Ελλήνων και στην γραφή και στην προφορική εκφορά λόγου σήμερα.

Γνωρίζω οτι σε πολλούς δεν θα αρέσουν αυτά που έγραψα. Είναι αυτοί που συνηθίζουν να βάζουν τις γνωστές ετικέτες -"φασίστας", "συντηρητικός", "ακροδεξιός", "νεοναζί" κλπ- στους ανθρώπους, όταν οι πεποιθήσεις τους έρχονται σε αντίθεση με τα δικά τους στερεότυπα. Τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να είμαστε αρεστοί σε όλους...